Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ, Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ: Ο ΑΝΔΡΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ




ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ, Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ: Ο ΑΝΔΡΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ

Σαν υπογονιμότητα ορίζεται η αδυναμία ενός ζευγαριού να επιτύχει εγκυμοσύνη μετά από έναν χρόνο ελέυθερων επαφών. Στις ΗΠΑ κάθε έτος το 15% των ζευγαριών που προσπαθούν να επιτύχουν εγκυμοσύνη δεν το καταφέρνουν. Ανάλογο ποσοστό ισχύει και στην Ευρώπη με αυξητικές μάλιστα τάσεις.
Μεταξύ όλων των περιπτώσεων υπογονιμότητας, το 20% αποδίδεται στον άνδρα (ανδρικός παράγων), το 40% στη γυναίκα και το 30% και στους δύο. Σε ένα 15% των ζευγαριών, η αιτία της υπογονιμότητας δεν μπορεί να εντοπιστεί (ανεξήγητη υπογονιμότητα).
Η γονιμότητα στον άνδρα απαιτεί φυσιολογική λειτουργία του υποθαλάμου, της υπόφυσης και των όρχεων. Η εκτίμηση της ανδρικής υπογονιμότητας θα ψάξει μία υποκείμενη αιτία για την κατάλληλη θεραπεία, ξεκινώντας από το ιστορικό, την φυσική εξέταση και την εξέταση του σπέρματος.
Από το ιστορικό θα αναζητήσουμε διαταραχές κατά την εφηβεία, λοιμώξεις, χειρουργικές επεμβάσεις, φάρμακα, έκθεση σε συγκεκριμένους περιβαλλοντολογικούς παράγοντες (αλκοόλ, ραδιενέργεια, κάπνισμα, χημειοθεραπεία, στεροειδή, τοξικά χημικά) καθώς και προηγούμενες εξετάσεις γονιμότητας. Η φυσική εξέταση περιλαμβάνει μέτρηση ύψους-βάρους, εκτίμηση της κατανομής του λίπους και των μυών του σώματος, επισκόπηση του δέρματος, της τριχοφυΐας, των γεννητικών οργάνων και των μαστών. Ειδική προσοχή πρέπει να δοθεί στις εκδηλώσεις έλλειψης τεστοστερόνης, όπως είναι η απώλεια της σωματικής τριχοφυΐας και η μείωση του μεγέθους των όρχεων. Επίσης, ελέγχεται η ύπαρξη κιρσοκήλης (διαταραχή της σπερματικής φλέβας) που θεωρείται συχνή αιτία ανδρικής υπογονιμότητας.
Βέβαια, τον κεντρικό ρόλο στην διερεύνηση της ανδρικής υπογονιμότητας κατέχει η εξέταση του σπέρματος που ονομάζεται σπερμοδιάγραμμα. Παίρνουμε πληροφορίες σχετικά με την ποσότητα του σπέρματος, τον αριθμό, την κινητικότητα και την μορφολογία των σπερματοζωαρίων. Αν το σπερμοδιάγραμμα είναι φυσιολογικό, η διερεύνηση του άνδρα στο μεγαλύτερο ποσοστό τελειώνει εκεί. Αν είναι παθολογικό, θα ζητήσουμε μία επανάληψη μερικές εβδομάδες αργότερα.
Το επόμενο βήμα σε επιμονή του παθολογικού σπερμοδιαγράμματος είναι να μετρήσουμε στο αίμα τα επίπεδα ορμονών και πιο συγκεκριμένα της τεστοστερόνης, της LH, της FSH, της προλακτίνης και των ορμονών του θυρεοειδούς. Η διερεύνηση συνεχίζεται με γενετικό έλεγχο και συγκεκριμένα με ανωμαλίες στο Υ χρωμόσωμα. Σε περίπτωση απουσίας σπερματοζωαρίων στο σπερμοδιάγραμμα (αζωοσπερμία) διενεργείται βιοψία όρχεως.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ. Στις περιπτώσεις που ανευρίσκεται συγκεκριμένη αιτία και διορθωθεί, αναμένεται βελτίωση της γονιμοποιητικής ικανότητας του άνδρα και εδώ υπάγονται κυρίως οι περιπτώσεις των ορμονικών διαταραχών. Διχογνωμία υπάρχει όσον αφορά στην κιρσοκήλη, κατά πόσον η χειρουργική διόρθωσή θα επιφέρει βελτίωση. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις που η υποκείμενη αιτία δεν μπορεί να διορθωθεί καθώς και στο μεγάλο ποσοστό των περιπτώσεων που δεν ανευρίσκεται συγκεκριμένη αιτία, η εξέλιξη των μεθόδων Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής προσφέρει την λύση στην θεραπεία της ανδρικής υπογονιμότητας με πολύ καλά αποτελέσματα. Αξίζει να αναφερθεί ότι με την μέθοδο της μικρογονιμοποίησης, ακόμα κι αν δεν έχουμε καθόλου σπερματοζωάρια στο σπέρμα (αζωοσπερμία), μπορεί να επιτευχθεί εγκυμοσύνη με την λήψη πρόωρων μορφών σπερματοζωαρίων (σπερματίδες) μετά από βιοψία όρχεως.

Η επίδραση της παχυσαρκίας στη γονιμότητα και την κύηση



Η επίδραση της παχυσαρκίας στη γονιμότητα και την κύηση

Η παχυσαρκία κατά την διάρκεια της κύησης σχετίζεται με διάφορους μητρικούς και περιγεννητικούς κινδύνους.
Δεν είναι ξεκάθαρο εάν η παχυσαρκία είναι μια άμεση αιτία αρνητικής έκβασης σε μία εγκυμοσύνη ή εάν αυτά τα δύο έχουν παρόμοιες αιτίες. Παρότι δεν έχουν γίνει μελέτες ,φαίνεται ότι το ενδοκρινολογικό ‘περιβάλλον’ της παχυσαρκίας (αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης , ανδρογόνων, λεπτίνης) είναι ο πιθανός μηχανισμός.
Τα δεδομένα προτείνουν ότι οι παχύσαρκες γυναίκες πρέπει να ενθαρρύνονται να χάνουν βάρος (με δίαιτα, άσκηση) προτού προσπαθήσουν να συλλάβουν.
Μεγάλη αύξηση του βάρους μεταξύ των κυήσεων έχει αρνητική επίδραση στην εγκυμοσύνη, ανεξάρτητα από την προ της κύησης βάρος. Σε μελέτη που έγινε και αφορούσε 200.000 γυναίκες , φάνηκε ότι αύξηση του βάρους κατά περίπου 9 kg μεταξύ πρώτης και δεύτερης εγκυμοσύνης είχε σαν αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο για προεκλαμψία , υπέρταση κύησης , διαβήτη κύησης , καισαρική τομή και ενδομήτριο θάνατο στην δεύτερη εγκυμοσύνη. Αυτή η αύξηση του κινδύνου ήταν ευθέως ανάλογη με το ποσό του βάρους που αυξήθηκε και παρατηρήθηκε ακόμη και σε γυναίκες που το βάρος τους παρότι αυξήθηκε , παρέμεινε σε φυσιολογικά επίπεδα.
Οι περισσότερες μελέτες αναφέρουν σχέση μεταξύ αυξημένου BMI (δείκτης μάζας σώματος) και υπογονιμότητας. Επιπλέον , πολλαπλές μελέτες παρατήρησης έχουν δείξει ότι η μείωση του βάρους σε παχύσαρκες υπογόνιμες γυναίκες οδηγεί σε αύξηση της συχνότητας της ωορρηξίας και της πιθανότητας κύησης.
Η υπογονιμότητα σε παχύσαρκες γυναίκες σχετίζεται συνήθως με διαταραχή στην ωορρηξία και σε κάποιες από αυτές με το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών.
Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι ακόμη και μεταξύ των παχύσαρκων γυναικών που κάνουν ωορρηξία, έχουμε μειωμένους δείκτες φυσικής σύλληψης. Η αιτία εδώ φαίνεται να είναι τα αυξημένα επίπεδα της ινσουλίνης.
Η απώλεια βάρους σε παχύσαρκες υπογόνιμες γυναίκες οδηγεί σε ευνοϊκές ορμονικές αλλαγές και βελτίωση της γονιμότητας.Υπάρχουν δεδομένα ότι η θεραπεία με μετφορμίνη σε παχύσαρκες γυναίκες με υπογονιμότητα εξαιτίας του Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών προκαλεί ωορρηξία.
Άλλα ζητήματα σχετικά με παχυσαρκία και κύηση είναι τα εξής :
-BMI (δείκτης μάζας σώματος ), βάρος σε κιλά δια ύψος σε μέτρα στο τετράγωνο, Kg/m2) μεγαλύτερο ή ίσο με 30 σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για αποβολή.
-Η συχνότητα Σακχαρώδους Διαβήτη Κύησης και Υπερτασικής Νόσου Κύησης είναι αυξημένα σε έγκυες παχύσαρκες.
-Παράταση κύησης είναι πιο συχνή σε παχύσαρκες γυναίκες. Ο μηχανισμός δεν έχει ακόμη εξηγηθεί.
-Επίσης , οι παχύσαρκες έγκυες έχουν αυξημένο κίνδυνο για λοίμωξη του ουροποιητικού και πιο παρατεταμένους τοκετούς λόγω αύξησης της ενεργούς φάσης.
-Αιμορραγία μετά τον τοκετό συμβαίνει επίσης πιο συχνά σε παχύσαρκες γυναίκες.

Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Ο Υποκλινικός Υποθυρεοειδισμός ορίζεται ως η κατάσταση κατά την οποία η βασική ορμόνη του θυρεοειδή, η θυροξίνη, είναι εντός φυσιολογικών ορίων , ενώ η TSH, ορμόνη με την οποία ο εγκέφαλος (συγκεκριμένα η υπόφυση), ρυθμίζει την λειτουργία του θυρεοειδή αδένα είναι αυξημένη. Κάποιοι  από τους ασθενείς με Υποκλινικό Υποθυρεοειδισμό έχουν γενικά συμπτώματα όπως κούραση ,αίσθημα αδυναμίας, πεσμένη διάθεση και αρνητικά αισθήματα, βραδυκαρδία (χαμηλός καρδιακός ρυθμός, κάτω από 60 σφυγμούς/λεπτό), υπερευαισθησία στο κρύο, δυσκοιλιότητα, αύξηση βάρους, κατακράτηση υγρών, πόνος στις αρθρώσεις και μυϊκές κράμπες, ξηρό δέρμα, αίσθηση φαγούρας, λεπτά και εύθραυστα νύχια, προβλήματα στον μηνιαίο κύκλο και γυναικεία στειρότητα, μειωμένη εφίδρωση, χαμηλός μυϊκός τόνος (μυϊκή υποτονία), υπερπρολακτιναιμία, γαλακτόρροια, αυξημένα επίπεδα χοληστερίνης στο αίμα αλλά η  πλειοψηφία τους δεν έχει κανένα σύμπτωμα, γι’ αυτό η διάγνωση τίθεται μόνο μετά από εξετάσεις αίματος.


       Η συχνότητα του Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού είναι σχετικά μεγάλη, κυμαίνεται από 4 με 15%, ενώ σε περιοχές με έλλειψη ιωδίου έχει υπολογιστεί σε μελέτη να φτάνει το 23,9%. Οι αιτίες του Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού είναι ίδιες με του κλασικού κλινικού Υποθυρεοειδισμού. Οι περισσότεροι ασθενείς έχουν αυτοάνοση φλεγμονή του θυρεοειδή (Hashimoto) με υψηλές συγκεντρώσεις αυτοαντισωμάτων (anti-TPOanti-TG).

       Η σημασία του Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού είναι ότι ενώ ο θυρεοειδής παράγει σε ικανές ποσότητες τις ορμόνες του, για να διατηρήσει αυτήν την παραγωγή υπερλειτουργεί και σταδιακά θα μειωθεί αυτή η παραγωγή και θα μεταπέσει στον κλασικό κλινικό υποθυρεοειδισμό. Ήδη όμως σε αυτήν την κατάσταση, κατά την οποία ο θυρεοειδής δυσκολεύεται αλλά τα καταφέρνει, δημιουργούνται προβλήματα στον οργανισμό και κάποια από αυτά έχουν να κάνουν με την Αναπαραγωγή και την Κύηση.

     Η πρώτη διαταραχή που μπορεί να παρατηρηθεί στον Υποκλινικό Υποθυρεοειδισμό είναι δυσλειτουργία στην διαδικασία της ωορρηξίας. Υπάρχει μελέτη που δείχνει ότι μόνο μία στις τρεις γυναίκες με Υποκλινικό Υποθυρεοειδισμό θα μπορέσει να συλλάβει με φυσικό τρόπο! Η θεραπεία με λεβοθυροξίνη βελτιώνει τα ποσοστά αυτόματης σύλληψης στις υπόλοιπες γυναίκες.

      Ο έλεγχος για την παρουσία Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού έχει μεγάλη σημασία και για τις γυναίκες με ιστορικό αποβολών. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής σε γυναίκες με Υποκλινικό Υποθυρεοειδισμό καθώς και σε ευθυρεοειδικές γυναίκες με θετικά τα αντισώματα εναντίον του θυρεοειδή (anti-ΤΡΟ). Αναλύσεις μελετών έχουν δείξει ότι οι γυναίκες με θετικά τα αυτοαντισώματα εναντίον του ενζύμου της (θυρεοειδικής υπεροξειδάσης) ΤΡΟ έχουν διπλάσιο ή τριπλάσιο κίνδυνο αποβολής σε σχέση με γυναίκες χωρίς αυτά τα αυτοαντισώματα. Άλλες μελέτες έδειξαν ότι η θεραπεία σε αυτές τις γυναίκες μειώνει τον κίνδυνο αποβολής κατά 52%.

      Στην εγκυμοσύνη ο Υποκλινικός Υποθυρεοειδισμός φαίνεται να έχει επίδραση στην νευροψυχολογική ανάπτυξη των εμβρύων. Σε μελέτη σε παιδιά ηλικίας 7 με 9 ετών ο μέσος όρος του δείκτη νοημοσύνης (IQ score) ήταν ελαφρά χαμηλότερος στα παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν υψηλές τιμές TSH κατά την διάρκεια του 2ου τριμήνου σε σχέση με τα παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν φυσιολογικές τιμές TSH. Επίσης, ο Υποκλινικός Υποθυρεοειδισμός φαίνεται να διπλασιάζει τον κίνδυνο πρόωρου τοκετού, γεγονός που μπορεί εν μέρει να δικαιολογήσει τα ευρήματα της προηγούμενης μελέτης.

      Πολύ πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2014, η Αμερικανική Εταιρεία Θυρεοειδούς εξέδωσε μία οδηγία κατά την οποία οι έγκυες και οι θηλάζουσες γυναίκες οφείλουν να λαμβάνουν συμπλήρωμα διατροφής που να περιέχει ιώδιο. Το ιώδιο είναι απαραίτητο για τον σχηματισμό των ορμονών του θυρεοειδή. Η έλλειψη του είναι μία ακόμα αιτία Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού που μπορεί να επηρεάσει την φυσιολογική εγκεφαλική ανάπτυξη αλλά και να αυξήσει την ευπάθεια σε περιβαλλοντικούς ρυπαντές όπως τα νιτρώδη και τα θειοκυάνια που δημιουργούνται και από το κάπνισμα!

Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για παχυσαρκία αντιμετώπιση
Η παχυσαρκία τι νοσήματα μπορεί να προκαλέσει;
Προβλήματα υγείας που σχετίζονται με την παχυσαρκία
(www.endokrinologos-diavitologos.gr)
Η παχυσαρκία αποτελεί μία σύγχρονη επιδημία και σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνητότητας παγκοσμίως.
Η παχυσαρκία εξελίσσεται σε μια πραγματική επιδημία τον 21ο αιώνα, με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) να την χαρακτηρίζει ως νόσο λόγω των επιπτώσεών της στην υγεία, στην ικανότητα προς εργασία, στην κοινωνικότητα καθώς και στην ποιότητα και διάρκεια ζωής.
Μάλιστα, μελέτη της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Κολεγίου Imperial του Λονδίνου, που δημοσιεύθηκε το 2016, έδειξε ότι τα τελευταία 40 χρόνια έχει αυξηθεί εντυπωσιακά ο αριθμός των παχύσαρκων, από 105 εκατομμύρια το 1975 σε 641 εκατομμύρια το 2014.
Χαρακτηριστικό είναι ότι μεταξύ 1975-2014 ο μέσος παγκόσμιος ΔΜΣ αυξήθηκε στους άνδρες από 21,7 σε 24,2, ενώ στις γυναίκες από 22,1 σε 24,4. Αυτό, κατά τους επιστήμονες, ισοδυναμεί με το να έχει γίνει ο παγκόσμιος πληθυσμός βαρύτερος κατά ενάμισι κιλό ανά δεκαετία.
«Σύμφωνα με τις προβλέψεις, αν αυτή η τάση συνεχιστεί με αυτό το ρυθμό, το 2025 περίπου το ένα πέμπτο των ανδρών (18%) και των γυναικών (21%) παγκοσμίως θα είναι παχύσαρκοι, ενώ πάνω από 6% των ανδρών και 9% των γυναικών θα είναι σοβαρά παχύσαρκοι»
Η νόσος συνδέεται με πολυάριθμες παθήσεις υψηλής επικινδυνότητας, όπως: ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, οι παθήσεις της καρδιάς και των αγγείων και τα εγκεφαλικά επεισόδια ενώ έχει σαφώς αποδειχθεί η σύνδεσή της με αρκετές μορφές καρκίνου (συμπεριλαμβανομένων του καρκίνου του οισοφάγου, του ενδομητρίου, του παχέος εντέρου, του προστάτη και του παγκρέατος).
Η παχυσαρκία επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής και την καθημερινότητα του ατόμου, οδηγώντας συχνά σε σοβαρές μορφές κατάθλιψης.
Η δίαιτα, η αλλαγή του τρόπου ζωής και η υιοθέτηση αυξημένης σωματικής δραστηριότητας - αν και επιθυμητές - δεν είναι εύκολα εφαρμόσιμες, ιδίως σε περιπτώσεις «κλινικά σοβαρής παχυσαρκίας». Ως εκ τούτου, η χειρουργική αντιμετώπιση είναι μία ολοένα και πιο συχνή επιλογή στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.
1.Καλοήθης υπερπλασία προστάτη
Ο προστάτης είναι ένας μικρού μεγέθους αδένας που περιβάλλει την βάση της ουροδόχου κύστης και την ουρήθρα στους άντρες. Κύρια λειτουργία του είναι η συμβολή στην παραγωγή του σπερματικού υγρού. Σε περίπτωση μεγέθυνσης του, πιέζεται η ουρήθρα ενεργώντας σαν σφιγκτήρας παρουσιάζοντας και τα αντίστοιχα συμπτώματα.
Η παχυσαρκία έχει αποδειχτεί πως οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης υπερπλασίας προστάτη.
2.Καρκίνος
Γενικότερα πάνω από 100 ασθένειες χαρακτηρίζονται από μη φυσιολογική και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των κυττάρων.
Η παχυσαρκία έχει συνδεθεί με τον καρκίνο του ενδομητρίου, του παχέος εντέρου, των νεύρων, του στήθους (σε γυναίκες με εμμηνόπαυση μόνο) και πιθανώς καρκίνο στις ωοθήκες και προστάτη.
Η παχυσαρκία ενοχοποιείται ως σοβαρός παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη ορισμένων τύπων καρκίνου. Σε μεγάλη έρευνα βρέθηκε ότι ο δείκτης θνησιμότητας σε υπέρβαρα άτομα πάνω από 40%, ήταν 1.33 για τους άνδρες και 1,55 για τις γυναίκες . Στους άνδρες, η μεγαλύτερη θνησιμότητα αφορούσε στον καρκίνο του ορθού και του προστάτη, ενώ στις γυναίκες στον καρκίνο του ενδομητρίου, της χοληδόχου, του τραχήλου της μήτρας και των ωοθηκών. Αυτό πιθανόν να οφείλεται σε ενδοκρινικές διαταραχές, όπως λ.χ είναι η αυξημένη μετατροπή των οιστρογόνων σε ανδροστενδιόνη που λαμβάνει χώρα στο λιπώδη ιστό. Εκτός, όμως, από τα υψηλά επίπεδα οιστρογόνων στις παχύσαρκες γυναίκες, παρατηρείται και αύξηση της δραστηριότητας αυτών, καταστάσεις δηλαδή που είναι πιθανόν να αιτιολογήσουν τον αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση.
3.Καρδιαγγειακά νοσήματα
Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων.
Η παχυσαρκία συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιακού επεισοδίου, συγκεκριμένα για νεαρότερους ανθρώπους. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη έχει διαπιστωθεί αυξημένη προδιάθεση σε παχύσαρκες γυναίκες που ταυτόχρονα παρουσιάζουν ιστορικό διαβήτη ή υψηλή χοληστερίνη.
Οι λειτουργοί υγείας θα πρέπει να ωθούν τα υπέρβαρα άτομα που κινδυνεύουν από έμφραγμα να χάσουν βάρος και να διατηρήσουν ένα φυσιολογικό βάρος.
4. Υπερλιπιδαιμία. Αυξημένη Χοληστερίνη
Αν και σε καμία περίπτωση δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας κινδύνου, τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης σαφώς και δημιουργούν αυξημένο κίνδυνο καρδιολογικών νοσημάτων.
Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων, μερικώς επειδή η απόκτηση βάρους μειώνει την “καλή” χοληστερόλη (HDL).
Αντίθετα η μείωση του βάρους την αυξάνει, οπότε βελτιώνοντας την αναλογία ολικής χοληστερόλης και HLD μειώνεται ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιακών παθήσεων.
5 Υπερτριγλυκεριδαιμία. Υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων
Οι περισσότερες μελέτες υποδεικνύουν πως τα άτομα με αυξημένα τριγλυκερίδια (μια μορφή λίπους στο αίμα) παρουσιάζουν μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιακών προβλημάτων. Η παχυσαρκία αυξάνει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων.
Η διατήρηση του ιδανικού σωματικού βάρους βοηθά στην προστασία από την αύξησή τους. Πολλοί διατροφολόγοι και ενδοκρινολόγοι ενθαρρύνουν τα υπέρβαρα άτομα να χάσουν το περιττό βάρος.
6.Σακχαρώδης Διαβήτης
Οι διαβητικοί δεν μπορούν να επεξεργαστούν σωστά την γλυκόζη, μια μορφή ζάχαρης που το σώμα χρησιμοποιεί για ενέργεια, με αποτέλεσμα να παραμένει και να συσσωρεύεται στο αίμα.
Ταυτόχρονα όμως τα κύτταρα του σώματος μπορεί να έχουν έλλειψη γλυκόζης.
Μπορεί να οδηγήσει σε βράδυνση της επούλωσης των πληγών, μεγαλύτερο κίνδυνο λοιμώξεων και πολλές άλλες παθήσεις που σχετίζονται με τα μάτια, τα νεύρα και την καρδιά.
Τα περισσότερα διαβητικά άτομα με μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη ή διαβητικοί τύπου 2 είναι παχύσαρκοι.
Το περιττό κοιλιακό βάρος δεν σταματά τον σχηματισμό της ινσουλίνης, όμως κάνει το σώμα ευαίσθητο στην ινσουλίνη.
Το περιττό βάρος είναι δυνατόν να μετατρέψει τα υγιή άτομα σε προδιαβητικούς.
Η απώλεια βάρους μεταστρέφει αυτό το πρόβλημα.
Στην πλειοψηφία των ερευνών ο διαβήτης τύπου 2 βελτιώνεται με την απώλεια βάρους.
Το υπερβολικό βάρος δεν δημιουργεί διαβήτη τύπου 1 ή ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη, αλλά αυξάνει την ανάγκη για ινσουλίνη.
7.Πέτρες στην χολή
Σχηματίζονται στην χοληδόχο κύστη και αποτελούνται κυρίως από χοληστερίνη.
Συνήθως συνδέονται με την χολή που περιέχει υπερβολικές ποσότητες χοληστερόλης, έλλειψη άλλων ουσιών στη χολή (χολικών οξέων και λεκιθίνη), ή και συνδυασμό αυτών των παραγόντων.
Μερικές, όχι όμως όλες οι μελέτες διαπιστώνουν εμφανείς δεσμούς μεταξύ της παχυσαρκίας και του αυξημένου κινδύνου σχηματισμού πέτρας στη χολή.
8.Αρτηριακή Υπέρταση
Είναι ο ιατρικός όρος για την υψηλή αρτηριακή πίεση.
Η αιτία της υπέρτασης τις περισσότερες φορές παραμένει άγνωστη.
Η αύξηση της αρτηριακής πίεσης είναι μια παθολογική κατάσταση που συχνά συνοδεύει την παχυσαρκία. Η αιτιολογική συσχέτιση των δυο αυτών παθήσεων δεν είναι απόλυτα σαφής. Γεγονός όμως είναι, ότι η μείωση του βαθμού της παχυσαρκίας προκαλεί αντίστοιχη πτώση της αρτηριακής πίεσης, ενώ αντίθετα η αύξηση του σωματικού βάρους συνοδεύεται από αύξηση της υπέρτασης.
Η πτώση της αρτηριακής πίεσης, που ακολουθεί τη μείωση του βαθμού παχυσαρκίας, αποδίδεται σε μείωση: του όγκου του αίματος, της κατά λεπτό ποσότητας του όγκου του αίματος και της συμπαθητικής δραστηριότητας του οργανισμού. Οι παράγοντες αυτοί θεωρούνται ως οι πλέον αποφασιστικοί για το επίπεδο της αρτηριακής πίεσης του ατόμου.
Όμως, ένας άλλος παράγοντας που θα πρέπει να αναφερθεί είναι και η αποβολή του νατρίου με τα ούρα, που είναι αυξημένη τόσο σε υπερινσουλιναιμία όσο και σε χαμηλά επίπεδα ινσουλίνης στο πλάσμα (νηστεία, χορήγηση υποθερμιδικών διαιτών κ.λ.π), με τη διαφορά ότι η υπερινσουλιναιμία είναι πιθανόν να αυξάνει και την επαναρρόφηση του νατρίου στους νεφρούς.
Ο τύπος της κατανομής του λίπους φαίνεται επίσης ότι επηρεάζει θετικά το επίπεδο της αρτηριακής πίεσης, όπως συμβαίνει και στον σακχαρώδη διαβήτη. Δηλαδή, η εναπόθεση του λίπους στον κορμό ή στα σπλάχνα αυξάνει την αρτηριακή πίεση, ενώ αυτό δεν συμβαίνει αν το λίπος κατανέμεται στους γλουτούς και στους μηρούς.
Πολλά άτομα με υψηλή αρτηριακή πίεση είναι υπέρβαρα.
Η απώλεια βάρους μπορεί να μειώσει σημαντικά την αρτηριακή πίεση σε άτομα που είναι ταυτόχρονα υπέρβαρα αλλά και υπερτασικοί.
Άτομα που έχουν υπέρταση και είναι υπέρβαρα θα πρέπει να επικοινωνήσουν με έναν διατροφολόγο για να δημιουργήσουν ένα πρόγραμμα απώλειας βάρους.
9.Ανοσοποιητικό σύστημα
Τόσο η ανορεξία όσο και η σοβαρή παχυσαρκία έχουν συσχετιστεί με μειωμένη ανοσολογική αντίδραση, ενώ σύμφωνα με την προκαταρκτική έρευνα η παχυσαρκία ενέχει αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων σε νοσηλευόμενους ασθενείς.
Τα αποτελέσματα αυτά όμως μπορεί και να μην εμφανιστούν σε ήπια έως μέτρια παχυσαρκία σε κατά τα άλλα υγιείς ανθρώπους, ενώ οι προσπάθειες απώλειας βάρους μέσω διατροφικών περιορισμών μπορεί στην πραγματικότητα να είναι επιβλαβής στο ανοσοποιητικό σύστημα.
Οι επιβλαβείς συνέπειες τόσο της παχυσαρκίας όσο και της ανορεξίας αποδεικνύεται πως αντισταθμίζεται με τακτική αερόβια άθληση και διαλειμματική άσκηση.
10.
Αναπνευστικά προβλήματα
Καθώς το άτομο γίνεται προοδευτικά και πιο παχύσαρκο, είναι φυσικό το μυϊκό έργο που απαιτείται για τις αναπνευστικές κινήσεις να αυξάνει σταδιακά και ννα περιορίζει το εύρος των κινήσεων του θωρακικού τοιχώματός του.
Στη φάση όμως αυτή συμβαίνει κατακράτηση CO2 και παρατηρείται κάποιος βαθμός νάρκωσης του ατόμου. Η τελευταία προκαλεί κατά περιόδους κρίσεις άπνοιας, χαρακτηριστικές κατά τη διάρκεια του ύπνου, οι οποίες επιδεινώνουν το πρόβλημα της κατακράτησης του CO2, που με τη σειρά της είναι υπεύθυνη για καταστάσεις πολυκυθαιμίας και αύξηση της συχνότητας της θρόμβωσης των αγγείων.
Σε σοβαρές περιπτώσεις αναπνευστικής ανεπάρκειας, που οφείλεται στην παχυσαρκία, είναι πιθανόν να εμφανιστούν: πνευμονική υπέρταση, διόγκωση της καρδιάς, καρδιακή ανεπάρκεια ακόμη και θάνατος (σύνδρομο Pickwick).
11. Γυναικεία και ανδρική υπογονιμότητα. Στειρότητα
Το περιττό βάρος μπορεί να προκαλέσει στειρότητα στις γυναίκες και στους άνδρες.
Υπέρβαρες γυναίκες με προβλήματα γονιμότητας θα πρέπει να απευθυνθούν σε διατροφολόγο ή ειδικό σε θέματα διατροφής Ενδοκρινολόγος για να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα αδυνατίσματος.
12. Μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης. Θνησιμότητα
Έχει αποδειχτεί ξεκάθαρα η συσχέτιση παχυσαρκίας και αυξημένης θνησιμότητας (υψηλότερο ποσοστό θανάτου).
13. Οστεοαθρίτιδα
Κοινή ασθένεια που αναπτύσσεται όταν οι αρθρώσεις αποτυγχάνουν να διατηρήσουν τη φυσιολογική δομή προκαλώντας πόνο και δυσκαμψία στις κινήσεις.
Η παχυσαρκία εντείνει τα συμπτώματα.
Η απώλεια βάρους θεωρείται πως μπορεί να ωφελήσει τουλάχιστον στην μείωση των πόνων στις αρθρώσεις.
14. Εγκεφαλικό επεισόδιο
Τα εγκεφαλικά προκαλούνται είτε από ελλειπή παροχή
(ισχαιμία) αίματος στον εγκέφαλο είτε από αιμορραγία στον εγκέφαλο.
Ανάλογα με την περιοχή του εγκεφάλου που προκαλείται βλάβη, ένα εγκεφαλικό μπορεί να προκαλέσει κώμα, αναστρέψιμη ή μη παράλυση, προβλήματα ομιλίας, άνοια.
Η παχυσαρκία στην οποία συσσωρεύεται λίπος στην περιοχή της κοιλιάς αυξάνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού (κοιλιακή - σπλαχνική παχυσαρκία).
Αν και το κάπνισμα καθώς και άλλοι παράγοντες μερικές φορές αποδυναμώνουν τον συσχετισμό του εγκεφαλικού με την παχυσαρκία, η επιστημονική κοινότητα πιστεύει πως η παχυσαρκία αυξάνει αισθητά την πιθανότητα εκδήλωσης εγκεφαλικού.
15. Ινομυώματα
Είναι πιθανότερο να αναπτυχθούν ινομυώματα (καλοήθεις όγκοι στη μήτρα που μπορεί να προκαλέσουν ακανόνιστη εμμηνόρροια) σε παχύσαρκες γυναίκες από ότι σε φυσιολογικού βάρους γυναίκες.
16.Ουρική αρθρίτιδα
Στην παχυσαρκία παρατηρείται συχνή, έστω και μικρή, αύξηση του ουρικού οξέος του αίματος. Στα αρχικά στάδια συνήθως αυτή είναι ασυμπτωματική, αλλά γενικά η συχνότητα των κρίσεων της ουρικής αρθρίτιδας είναι υψηλότερη στα παχύσαρκα απ’ ότι στα λεπτόσωμα άτομα, ιδιαίτερα όταν το βάρος του σώματος είναι μεγαλύτερο από το επιθυμητό κατά 30% και πάνω.
17.
Αντίσταση στην ινσουλίνη
Ειπώθηκε, ότι η παχυσαρκία συνδέεται με την υπερσουλιναιμία και ειδικότερα τονίζεται ότι όσο πιο παχύσαρκο είναι το άτομο, τόσο υψηλότερα εμφανίζει τα βασικά επίπεδα της ινσουλίνης κατά τη νηστεία. Το φαινόμενο μάλιστα των υψηλών αυτών επιπέδων της ινσουλίνης, τόσο κατά τη νηστεία όσο και κατά τη διέγερση, αποδεικνύει ότι υπάρχει μια ασαφής αντίδραση των κυττάρων προς την ινσουλίνη, δηλαδή της ευαισθησίας αυτών έναντι της ινσουλίνης. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού είναι η μειωμένη πρόσληψη γλυκόζης από την περιφέρεια, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται και αύξηση της ποσότητας της ινσουλίνης που εκκρίνεται από το ήπαρ. Αντίθετα, η ευαισθησία του λιπώδους ιστού συνεχίζει να παραμένει υψηλή, γεγονός που τελικά οδηγεί σε αύξηση της διοχέτευσης των θρεπτικών στοιχείων στον λιπώδη ιστό και αύξηση του μεγέθους του από την αποθήκευσή τους. Ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται με τελική απόληξη την προοδευτική επιβάρυνση του σακχαρώδους διαβήτη και της παχυσαρκίας με την πάροδο του χρόνου.
Η δράση της ινσουλίνης εκδηλώνεται μετά την είσοδό της στο κύτταρο-στόχο. Το πρώτο βήμα γι’ αυτήν είναι η σύνδεσή της με τον ειδικό υποδοχέα, ο οποίος υπάρχει στην εξωτερική μεμβράνη του κυττάρου. Εκτός όμως από αυτόν τον αρχικό ειδικό υποδοχέα υπάρχουν και άλλοι υποδοχείς στο εσωτερικό του κυττάρου. Οι υποδοχείς αυτοί συχνά είναι ελλειμματικοί, τόσο από πλευράς ποσότητας όσο και ποιότητας, οπότε η συνολική συμπεριφορά τους είναι προβληματική και οδηγεί στην υπερινσουλιναιμία και η οποία με τη σειρά της προκαλεί περαιτέρω μείωση των υποδοχέων της.
18. Εργασιακή ανικανότητα
Τα παχύσαρκα άτομα έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης δυσκολιών τόσο σοβαρών που να μην τους επιτρέπουν να εργαστούν.